ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ(1914-2004) ΠΕΝΤΕ ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ 19 Mar,2018
1 / 5
2 / 5
3 / 5
4 / 5
5 / 5

Ο Κώστας Μόντης είναι πολύ μεγάλο κεφάλαιο για τη Νεοελληνική λογοτεχνία. Ήδη γράφτηκαν πολλά για τη ζωή και το έργο του. Κι αυτά είναι έργο των μελετητών που ασχολούνται με τη διαχρονική και σπουδαία δημιουργία του.

Έχω στα χέρια μου πέντε άγνωστες επιστολές του Κώστα Μόντη. Μία του 1948, δύο του 1958, μία του 1976 και μία του 1979. Καμιά σχέση μεταξύ τους. Πλην όμως φωτογραφίζουν το χαρακτήρα του Κώστα Μόντη, όπως δεν τον γνώρισαν πολλοί ή όπως δεν τον φαντάζονται. Ένα Μόντη που ήθελε πάντα να είναι αληθεινός και τίμιος με τους συνεργάτες και τον εαυτό του. Και μάλιστα σε χρόνια που θα μπορούσε να «κόβει και να ράβει», κάτι που έκαναν άλλοι, που όμως  δεν είναι του παρόντος να επεκταθώ.

Η πρώτη επιστολή εστάλη στην Κίκα Λάγκ από τη Λάρνακα, συνεργάτη του σε περιοδικό. Φέρει ημερομηνία 18/11/1948 και αναφέρεται σε κείμενα που συζητούν για να συμπεριληφθούν στη Χριστουγεννιάτικη έκδοση του περιοδικού. Δε θ’ αναφερθώ σ’αυτά  τα θέματα. Όμως αξιόλογες είναι οι θέσεις του Μόντη.

«...Τη συνεργασία που στέλνατε στο «ΕΘΝΟΣ» την άφησα στο ειδικό φάϊλ. Αν έμεινε τίποτα στην τσέπη μου θα ψάξω και θα σας το στείλω. Απορώ που μου λέτε  πως δεν βρήκαν τίποτα. Το γεγονός είναι πως χάθηκαν και πολλά δικά μου βιβλία που άφησα εκεί (δυσκολόβρετες ποιητικές συλλογές, δυστυχώς). Αλλ’ ας μη μιλάμε πια για αυτό...»

Σε υστερόγραφο της επιστολής αυτής ο Κ.Μόντης αναφέρει.

«Μέχρι της πρωτοχρονιάς ελπίζω να κυκλοφορήσει κι η Β’ έκδοση της ποιητικής μου συλλογής «Minima» που προορίζεται μονάχα για την Ελλάδα.». Aπ’ ό,τι ξέρω η συλλογή αυτή κυκλοφόρησε το 1946 και δεν φαίνεται να ξαναβγήκε. Εκτός κι αν έγινε στη Ελλάδα και δεν αναφέρεται στα έργα του.

Οι επόμενες δύο επιστολές (σε επιστολόχαρτα της Εμποροβιομηχανικής Ομοσπονδίας Κύπρου, όπου ο Μόντης υπηρετούσε σα Γενικός Γραμματεύς) απευθύνονται στον Ανδρέα Γεωργιάδη, Λαρνακέα, ο οποίος τότε ζούσε στο Λονδίνο.

Στην πρώτη που φέρει ημερομηνία 17 Οκρωβρίου 1958 ο Μόντης αναφέρεται σε ποιήματα που του έστειλε ο Ανδρέας Γεωργιάδης και τον συμβουλεύει «να μην αφήσει τον γκρίζο ουρανό του Λονδίνου να μπεί μέσα του». Πιο κάτω αναφέρει ότι σε λίγες μέρες θα κυκλοφορούσε η νέα του ποιητική συλλογή «Στιγμές», πράγμα που όντως έγινε.

Στη δεύτερή του επιστολή (30 Νοεμβρίου 1958) ο Μόντης  συγχαίρει τον Γεωργιάδη που νίκησε την απαισιοδοξία του και του ανακοινώνει ότι θα δημοσίευε τα ποιήματα «Νοσταλγία» και «Απόψε κλαίω» στην επόμενη έκδοση του περιοδικού  «TIMES».

Επίσης του αναφέρει ότι του ταχυδρομεί την «Ταπεινή ζωή», «τα τραγούδια της ταπεινής ζωής» και τις «Στιγμές» και του ζητά να του στείλει την αξία τους που ήταν συνολικά 14 σελίνια! Και τονίζει ο Μόντης «Δεν είναι ανάγκη να βιαστείτε να τα στείλετε».

Τα τελευταία δύο  γράμματα που έχω στάληκαν σ’ εμένα. Το Φεβράρη του 1975, μετά την τελετή βράβευσής μου από το Υπουργείου  Παιδείας (έπαινος καλύτερου νεοπαρουσιαζόμενου συγγραφέα για την ποιητική συλλογή «Διάφανα», 1973), έγραψα στον Μόντη ευχαριστώντας τον για τη συμπαράσταση που μου έδειξε τη μέρα εκείνη, σε αντίθεση με άλλους δόκιμους ποιητές, οι οποίοι μοίραζαν δικά τους βιβλία σε όλους τους άλλους παρευρισκόμενους. Του ζήτησα επίσης να μου στείλει το πρώτο και δεύτερο «Γράμματα στη Μητέρα».

Συνέχισε η επαφή μας και στις 7 Σεπτεμβρίου 1979, μετά από παράκληση μου, μου έστειλε τις τιμές για όλες του τις εκδόσεις με σκοπό τα τις αγοράσω. Σημείωνε στον κατάλογο.

«Λυπάμαι γιατί οι σημερινές μου οικονομικές δυσχέρειες δεν μ’ αφήνουν να σας τα χαρίσω. Κάντε όποια φιλική έκπτωση νομίζετε. Μ’ ευχές για καλή ποίηση...»

Για τα 14 βιβλία του έστειλα  12 λίρες και 500 μίλς.

Τέλος, όταν του έστειλα τη συλλογή μου «Παχύδερμα» ( 1979), μου απάντησε αμέσως.

«Ξέρεις πως δε γράφω κριτικές. Σου λέω μονάχα πως κάνεις εξαιρετική πολιτική ποίηση που τόσο μας χρειάζεται σήμερα στην Κύπρο. Γνωρίζω καλά πόσο δύσκολα είναι τα θέματά σου και πόσο δύσκολο είναι μ’αυτά τα θέματα να μην πέφτει κανείς στη μπροσούρα και στον εφημεριδισμό. Γι αυτό και χαίρομαι διπλά που βλέπω πόσο έντεχνα αποφεύγεις τις κακοτοπιές και μας δίνεις πραγματική ποίηση. Πώς θα κάνουμε άραγε για να φτάσουν αυτές οι φωνές με τη συγκινησιακή τους φόρτιση και πειθώ στ’ αυτιά του λαού που χειροκροτεί  τα «παχύδερμα»;  Είναι και δικό μου αυτό το πρόβλημα».

Στις λίγες αυτές γραμμές βλέπουμε ένα Μόντη ανθρώπινο αλλά και ταπεινό. Ο Κώστας Μόντης  που η γενιά μου θεωρούσε (και θεωρεί) τον ύψιστο Κύπριο ποιητή, να βάζει τον εαυτό του ερωτήματα και προβληματισμούς για θέματα προβολής, επικοινωνίας, ακόμη και αληθεινής στράτευσης.

Κλείνοντας το θέμα με τις επιστολές αυτές θέλω να τονίσω ότι οι απόψεις που εκφράζω είναι εντελώς υποκειμενικές. Δεν  είμαι κάτοχος όλης της βιβλιογραφίας Μόντη και δε ξέρω αν έχουν γίνει παρόμοιες παρουσιάσεις. Αυτό που θέλω είναι να ξέρουν οι νεώτεροι, είναι ότι οι φτασμένοι και πολυβραβευμένοι ποιητές του ύψους του Μόντη είχαν κι αυτοί τα προβλήματά τους , αλλά στάθηκαν πάντα στο ύψος της Κυπριακής περηφάνειας και της Ελληνικής καταγωγής τους.

Όσο για την κριτική του Μόντη για τα «Παχύδερμα» είναι η πρώτη φορά που την βγάζω από τα συρτάρια μου. Τριαανταπέντε χρόνια μετά, είναι ανακουφιστικό να διαβάζεις τις πηγαίες σκέψεις ενός μεγάλου ποιητή.

ΛΟΥΗΣ ΠΕΡΕΝΤΟΣ