ΑΡΘΟΥΡΟΣ ΡΕΜΠΩ - A.RIMBAUD (1854-1891) 14 Mar,2018
1 / 3
2 / 3
3 / 3

Όταν για πρώτη φορά, σε νεαρή ηλικία,  διάβασα ποιήματα του Αρθούρου Ρεμπώ, σοκαρίστηκα από την πρωτοτυπία σε θέματα και έκφραση. Μαθαίνοντας δε ότι στάματησε να συγγράφει στην ηλικία των 20 ετών, προσπάθησα να χωνέψω το πνεύμα αυτού του επαναστάτη-αναρχικού-πολυθεϊστή-γλωσσομαθή Ευρωπαίου, που στα τέλη του 19ου αιώνα άφηνε στην ιστορία της λογοτεχνίας έργο που μέχρι σήμερα έχει μια φρεσκάδα ανεπανάληπτη. Είχε μια ζωή πολύπλευρη και τρικυμιώδη, που τη σύνδεσε και με την Κύπρο.

Ο Αρθούρος Ρεμπώ (Arthur Rimbaud, 20 Οκτωβρίου 1854- 10 Νοεμβρίου 1891) ήταν Γάλλος ποιητής, από τους μεγάλους εκπρόσωπους του συμβολισμού. Ήταν ένα ανήσυχο πνεύμα, όπως θα λέγαμε σήμερα. 

Μεγάλωσε σ’ ένα χωριό και στα δεκάξη του εγκαταλείπει την οικογένειά του, φτάνει στο Παρίσι και ζει μια έντονη ζωή, προκαλώντας τους λογοτεχνικούς κύκλους με τα εκκεντρικά του ποιήματα.

Αφού περιπλανήθηκε σε αρκετές Ευρωπαϊκές χώρες, έφτασε στην Κύπρο το Δεκέμβρη του 1878,  με την άφιξη των Άγγλων στην Κύπρο. Εργάζεται ως επιστάτης στα λατομεία της Ορόκλινης και της Ξυλοφάγου  στον Ποταμό του Λιοπετρίου. Οι Άγγλοι είχαν αρχίσει διάφορα έργα «βελτιώσεως».

Σε επιστολή του Ρεμπώ ημερομηνίας 15 Φεβρουαρίου 1879 στη Λάρνακα, γράφει:


«...Αύριο κλείνουν ακριβώς δυο μήνες που δουλεύω  εδώ. Τα αφεντικά είναι στη Λάρνακα, το κύριο λιμάνι της Κύπρου. Είμαι επόπτης ενός λατομείου στην έρημο, στην άκρη της θάλασσας. Κατασκευάζουμε ένα κανάλι επίσης. Πρέπει ακόμη να φορτώσουμε τις πέτρες στα πέντε πλοία και στο ατμόπλοιο της εταιρείας. Υπάρχει ακόμα ένα ασβεστοκάμινο, ένα τουβλάδικο κ.λ.π. Το πιο κοντινό χωριό απέχει μια ώρα με τα πόδια. Το μόνο που υπάρχει εδώ είναι ένα χάος από βράχους, το ποτάμι και η θάλασσα. Ούτε χωράφια, ούτε κήποι, ούτε ένα δέντρο. Το καλοκαίρι η θερμοκρασία ανεβαίνει στους ογδόντα βαθμούς. Προς το παρόν φτάνει συχνά τους πενήντα. Είναι χειμώνας. Καμιά φορά βρέχει. Τρεφόμαστε με κυνήγι, κότες κ.λ.π. Όλοι οι Ευρωπαίοι έχουν αρρωστήσει, εκτός από μένα. Είμαστε εδώ είκοσι Ευρωπαίοι. Οι πρώτοι έφτασαν στις 9 Δεκεμβρίου. Δυο ή τρείς πέθαναν. Οι Κύπριοι εργάτες έρχονται από τα γύρω χωριά, απασχολούμε μέχρι εξήντα καθημερινά. Εγω τους διευθύνω. Σημειώνω τις μέρες, ελέγχω το υλικό, κάνω αναφορές στην Εταιρεία, κρατώ λογαριασμό για την τροφή και για όλα τα έξοδα, κάνω τις πληρωμές. Χτες πλήρωσα πεντακόσια φράγκα στους Έλληνες εργάτες...»

«...Εν πάσει περιπτώσει, αφού το φαγητό μου στοιχίζει 2,25 την ημέρα, κι αφού δε χρωστάω και πολλά στο αφεντικό, πάντα περιμένω απάντηση για κάτι άλλες δουλειές, που για μένα υπάρχουν πολλές, εδ΄ω στην Κύπρο. Θα κατασκευάσουμε σιδηρόδρομους, οχυρά, στρατώνες, νοσοκομεία, λιμάνια, κανάλια κ.λ.π.».


Γλαφυρή και αυστηρή θά’ λεγα η περιγραφή τόσο του κυπριακού τοπίου όσο και των συνθηκών που επικρατούσαν. Την  έλλειψη δέντρων τόσο στην περιοχή του Ποταμού του Λιοπετρίου, όπου δούλευε, όσο και σε  άλλες περιοχές της Κύπρου, όπου υπήρχαν λιμνάζοντα κυρίως νερά, ακολούθησε στα επόμενα χρόνια η φύτευση ευκαλύπτων, απο τους Άγγλους κυρίως.

Οι εργοδότες (« τ’αφεντικά μου...» όπως αναφέρει στην επιστολή του ) ήταν η Γαλλική εταιρεία Jean & Thial fils.

Σε δεύτερη επιστολή του γραμμένη προς τους δικούς του στις 24 Απριλίου 1879 από τη Λάρνακα, γράφει:


«......Είμαι πάντα αρχιεπόπτης στα ορυχεία της Εταιρείας, επιβλέπω την ανατίναξη, το φόρτωμα και το λάξευμα της πέτρας. Η ζέστη είναι τρομερή. Οι ψύλλοι είναι φοβερό μαρτύριο, νύχτα μέρα. Και σα να μην έφτανε αυτό, έχουμε και τα κουνούπια! Πρέπει να κοιμόμαστε στην άκρη της θάλασσας, στην ερημιά. Είχα καβγάδες με τους εργάτες και χρειάστηκε να ζητήσω όπλα... Ξοδεύω πολλά... Στις 16 Μαϊου κλείνω τον πέμπτο μήνα μου εδώ. Σκέφτομαι να γυρίσω. Θα ήθελα όμως στο μεταξύ να έχω νέα σας. Γράψτε μου, λοιπόν... Δεν σας δίνω τη διέυθυνση μου στο λατομείο γιατί το ταχυδρομείο δε φτάνει ποτέ εκεί, αλλά στην πόλη, που απέχει έξη λεύγες.».

Και πάλι περιγράφει με γλαφυρότητα τις συνθήκες που επικρατούσαν τότε στην Κύπρο. Με τους εργάτες είχε συχνά επεισόδια επειδή του έκλεβαν τα λεφτά της ...πληρωμής τους!

Όπως αναφέρει στην επιστολή του σκέφτεται να φύγει. Και το κάνει τον επόμενο Μάη, όταν αρρώστησε με τυφοειδή πυρετό και τον έστειλαν στη Γαλλία.

Όταν ο Ρεμπώ αρρώστησε βαριά, μεταφέρθηκε  στο  σπίτι του Αντρέα Αναστάση στη Ξυλοφάγου, όπου παρέμεινε και νοσηλεύτηκε για τρεις μέρες.  Είχε μαζί του και το χρηματοκιβώτιο με τα χρήματα που θα πλήρωνε τους εργάτες. Όταν συνήλθε από την αρρώστεια και βρήκε το χρηματοκιβώτιο άθικτο, ευχαρίστησε την οικογένεια που τον φιλοξένησε.

Επανήλθε στην Κύπρο το 1880, ξεμπάρκαρε στην Λεμεσό, όπου υπήρχαν πολλές δουλειές για τη βελτίωση του λιμανιού. Μετά την άφιξή του, ανακάλυψε ότι οι πρώην εργοδότες του είχαν χρεωκοπήσει. Τελικά, βρήκε δουλειά σαν επιστάτης στο κτίσιμο της θερινής κατοικίας του Άγγλου κυβερνήτη, στο Τρόοδος.

Σε επιστολή του γραμμένη στο Τρόοδος προς την οικογένειά του, με ημερομηνία 23 Μαίου 1880, γράφει:


«...Φτάνοντας βρήκα τα αφεντικά μου χρεωκοπημένα. Ωστόσο κατάφερα μέσα σε μια βδομάδα να βρω το πόστο που έχω τώρα. Είμαι επόπτης στο μέγαρο που κτίζουν για την κυβέρνηση στην κορυφή του Τροόδους, του πιο ψηλού βουνού της Κύπρου (2100 μέτρα)... Πρέπει να ταξιδεύω πάντα με άλογο. Οι μετακινήσεις είναι φοβερά δύσκολες, τα χωριά πολύ απομακρισμένα, η τροφή πολύ ακριβή... Στην κορυφή του βουνού υπάρχει ένας καταυλισμός για τα αγγλικά στρατεύματα που θά ’ρθουν σε μερικές βδομάδες, μόλις θα κάνει ζέστη... Δεν είμαι καλά. Έχω ταχυπαλμίες που μ’ ενοχλούν πολύ, αλλά είναι καλύτερα να μην τις σκέφτομαι... Πάντως εδώ η ατμόσφαιρα είναι πολύ υγιεινή...»


Επίσης  περιγράφει τις δυσκολίες στην αποστολή επιστολών αλλά υπόσχεται να τους στείλει Κουμανταρία της Κύπρου  («...Το ταχυδρομείο απέχει δέκα λεύγες απο δώ,  είναι σε ένα λιμάνι που ονομάζεται Λεμεσός...»). Αναφέρει επίσης ότι το Ταχυδρομείο απαγορεύει την αποστολή χρημάτων στο εξωτερικό.

Κατά την παραμονή του στο Τρόοδος έχει πάλι συγκρούσεις με τους εργάτες και σύμφωνα με μεταγενέστερες μαρτυρίες, σε μια απ’ αυτές σκότωσε με πέτρα έναν Κύπριο εργάτη. Αυτή φαίνεται να ήταν η αιτία που ο Αρθούρος Ρεμπώ εγκατέλειψε εσπευσμένα την Κύπρο με καράβι από το λιμάνι της Λεμεσού τον Ιούνιο του 1880.

Στη θερινή  κατοικία του Άγγλου κυβερνήτη στο Τρόοδος υπάρχει μια πλάκα με το ακόλουθο επίγραμμα.


ARTHOUR RIMBAUD

Poète et génie francais au mépris de sa renommée contribua de ses propres mains à la construction de cette maison.

MDCCCLXXXI

Αρθούρος Ρεμπώ

Ιδιοφυής γάλλος πιοιητής που, παρά τη φήμη του, συνέβαλε και αυτός με τα χέρια του
στο κτίσιμο αυτού του σπιτιού.
1881


Η ημερομηνία θα αναφέρεται στην αποπεράτωση της κατοικίας, μετά που  ο Ρεμπώ είχε φύγει ήδη από τον Ιούνιο του 1880.

Η συγκυρία της καθόδου του στη Κύπρο και του εκρηκτικού του χαρακτήρα μας έδωσε πολύ δυνατές περιγραφές των συνθηκών των πρώτων εκείνων χρόνων της Αγγλικής αποικιοκρατίας. Οι ταλαιπωρίες του με την υγεία  αλλά και τις ιδιομορφίες του περιγράφονται στις λίγες επιστολές του.

Η ποιητική δημιουργία του Αρθούρου Ρεμπώ έχει βασικά δυο σημαντικούς σταθμούς με τις εκδόσεις των συλλογών του Μια Εποχή στην Κόλαση (Une Saison en Enfer, 1873) και Οι Εκλάμψεις (Les Illuminations, 1873-75). Βιβλία που εκδόθησαν όταν ο ποιητής ήταν μόλις είκοσι ετών. Και σφράγισαν την Ευρωπαϊκή και όχι μόνο λογοτεχνία για πάντα.

Δυναμικός λόγος και θέσεις ενός αιώνια έφηβου. Παραθέτουμε μερικούς στίχους από το έργο του, που είναι χαρακτηριστικοί της έκφρασής του.

 «...η κραιπάλη είναι ανόητη, η κακία είναι ανόητη. Πρέπει να παραπετάξουμε τη σαπίλα».

« Θά ’πρεπε να είχα μια κόλαση για το θυμό μου, μια κόλαση για την αλαζονεία μου και μια κόλαση για την τεμπελιά μου. Μια συναυλία κολάσεων».

«Κατάληξα να θεωρώ ιερή την αταξία του μυαλού μου...»

« Πνεύμα μου, φυλάξου! Όχι αποφάσεις για βίαιη σωτηρία. Ασκήσου!».

«Η πνευματική μάχη είναι το ίδιο κτηνώδης με τον ανθρώπινο πόλεμο. Μα τ’ όραμα της δικαιοσύνης, είναι η μόνη χαρά του Θεού».

«...Το καλύτερο είναι ένας γερά μεθυσμένος ύπνος στη αμμουδιά...»


Η παρουσία του στην Κύπρο έγινε αφορμή αργότερα για να εμπνεύσει με τη μορφή του  Κύπριους λογοτέχνες, όπως τον Μάνο Κράλη, την Πίτσα Γαλάζη,  το Λεύκιο Ζαφειρίου και άλλους.

Περιπλανήθηκε σε δεκατρείς διαφορετικές χώρες αναζητώντας νέους κόσμους και έζησε σαν εργάτης, μισθοφόρος, παιδαγωγός, ναυτικός. Δε ξέρω αν βρήκε τελικά το Θεό του. Ξέρω πως έφτασε στην Κύπρο σε μια περίοδο κρίσιμη, όταν ο λαός μας περνούσε από τη μακρόχρονη δουλεία των Τούρκων στην κυριαρχία των Άγγλων αποικιοκρατών. Ξέρω ότι οι περιγραφές του για τις συνθήκες στην Κύπρο της εποχής εκείνης είναι πολύτιμες για μας. Ξέρω ότι μας άφησε πολύτιμη λογοτεχνική κληρονομιά που θα περάσουν πολλές ακόμη δεκαετίες για να μπορέσουμε να βρούμε το βαθύ της νόημα.


Βιβλιογραφία

«Γράμματα του Αρθούρου Ρεμπώ», εκδ.ΝΕΦΕΛΗ, 1984.

«ΑΝΕΥ», περιοδικό Λόγου, Τέχνης και Προβληματισμού, τεύχος 42,Φθινόπωρο 2011 (Λεφτέρης Παπαλεοντίου, «Ο Ρεμπώ σκότωσε Κύπριο!»,σελ.80-82).

«ΠΕΡΓΑΜΗΝΗ», ετήσια έκδοση του Πανεπιστημίου Κύπρου, τόμ.Γ’, 2008. (Γιάννης  Η.Ιωάννου, «Η γαλλοφωνία στην Κύπρο από το τέλος του δέκατου Ένατου αιώνα μέχρι τις μέρες μας», σελ.42-60).

« Η ΞΥΛΟΦΑΓΟΥ», Ανδρέα Π.Πολυδώρου, 1989.

ΛΟΥΗΣ ΠΕΡΕΝΤΟΣ