ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΥΡΥΒΙΑΔΗΣ (1918-2003) 06 Oct,2018
1 / 4
2 / 4
3 / 4
4 / 4

Η φυσιογνωμία μιας πόλης διαμορφώνεται από τους πολίτες της. Αντανακλά τα όνειρα και τους αγώνες της κάθε μέρας. Σκιαγραφείται από την προσπάθεια για καλύτερες μέρες.

Πολλές φορές αγανακτούμε και  κάνουμε σκέψεις αλλόκοτες. Αξίζει να αγωνίζεται ο άνθρωπος; Είναι αρκετός ο χρόνος που του χαρίζεται από το Θεό για να δώσει το δικό του στίγμα στο χώρο που τον φιλοξενεί;  Αναγνωρίζονται ο μόχθος και οι θυσίες του καθενός μας; Έχει τέλος αυτό το βάσανο της αγωνίας για ένα καλύτερο αύριο;

Τέτοιες σκέψεις έκανα όταν μου ζητήθηκε να μιλήσω για τον Ανδρέα Ευρυβιάδη, τον άνθρωπο που συνέδεσε το όνομά του με την πόλη του Ζήνωνα όσο λίγοι. Είναι αρκετά δέκα χρόνια φυγής για να αξιολογήσουμε την προσφορά κάποιου;

Γεννήθηκε στη Λάρνακα στις 5 Απριλίου το 1918 και απεφοίτησε  με άριστα από το Παγκύπριο Εμπορικό Λύκειο το 1934. Πατέρας του ο Οδυσσέας Ευρυβιάδης Wideson, δραστήριος και πνευματώδης άνδρας παγκύπριας αναγνώρισης, και μητέρα του η Ολβία Άγγελου Σούντια 

( ανεψιού εξ αδελφής Ασπασίας του ποιητή Αριστοτέλη Βαλαωρίτη). Η οικογένεια Σούντια είναι γνωστή για την  προσφορά της στην εκπαίδευση. 

Κατά τη διάρκεια της μαθητικής του ζωής διακρίθηκε σε αρκετούς τομείς και  βραβεύτηκε προς τούτο. Σε ηλικία 9 χρονών, μαζί με τον αδελφό του Ρένο, εκτέλεσε καθήκοντα επόπτη, σε ποδοσφαιρικό αγώνα μεταξύ Πεζοπορικού και ομάδας  αγγλικού πολεμικού πλοίου. Το 1930 ίδρυσε μαζί με φίλους του τον παιδικό αθλητικό  Όμιλο  ΑΚΡΙΤΑΣ, που είχε πλούσια αθλητική δραστηριότητα. Σε πρωτάθλημα επιτραπέζιας αντισφαίρισης, το 1932, ο Ανδρέα Ευρυβιάδης ανεδείχθηκε πρωταθλητής.

 

Από το 1935 εργάστηκε στην τότε εταιρία τηλεπικοινωνιών  Cable and Wireless σαν τηλεγραφητής και ασυρματιστής  υπηρετώντας στη Λάρνακα, Παλαιστίνη ( κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου), Λευκωσία και Αμμόχωστο. Το 1947 παραιτήθηκε από τη θέση του στο Τηλεγραφείο και, μαζί με τον αδελφό του Ρένο και την αδελφή του Κορίννα, ίδρυσε οικογενειακή εταιρία και λειτούργησε το ξενοδοχείο «Τέσσερα Φανάρια», που συνέδεσε το όνομά του  με την ιστορία της περιοχής των Φοινικούδων και γενικότερα της Λάρνακας.

Η ανάμιξή του στα κοινά ήταν πολυδιάσταση και συνεχής. Ιδιαίτερη η δραστηριότητά που επέξειξε σε θέματα τουρισμού, υπηρετώντας σα μέλος και  Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Παγκύπριου Συνδέσμου Ξενοδόχων και της Αρχής Λιμένων Κύπρου. Παράλληλα διετέλεσε μέλος των Δ.Σ. της Τράπεζας Κύπρου, του Κ.Ε.Β.Ε. και της Ομοσπονδίας Εργοδοτών και Βιομηχάνων Κύπρου. Από το θέση του μέλους του Δημοτικού Συμβουλίου κατα τη δεκαετία του ’90 πρόσφερε αρκετά στην ανάπτυξη υποδομών και οργάνωσης εκδηλώσεων πολιτισμού. Για μια δεκαετία ήταν μέλος του Δ.Σ. και μέλος του εκτελεστικού Συμβουλίου του Διεθνούς Συνδέσμου Ξενοδόχων.

Δημοσιογράφος για δεκαετίες σε εποχές δύσκολες, υπήρξε ανταποκριτής της εφημερίδας «Ελευθερία», του περιοδικού Сyprus Mail και του Ρ.Ι.Κ. μέχρι το 1974.

 

Η μουσική ήταν από τις αγαπημένες του ενασχολήσεις. Το 1942  ίδρυσε μαζί με τον Δημήτρη Τιρίμο και με άλλους την ορχήστρα συναυλιών της Φιλαρμονικής Ενώσεως Λάρνακος. Έπαιξε με την ορχήστρα συναυλιών του Ρ.Ι.Κ. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος του Συνδέσμου Φίλων Κλασσικής Μουσικής Λάρνακας-Αμμοχώστου (1990)  και το 1996 , μαζί με τον Στέφανο και την Εύη  Ζυμπουλάκη, ίδρυσε το «Τρίο/κουαρτέτο  Σαλίνες», στο οποίο αργότερα προστέθηκε και ο Patrick Pinches. Το μουσικό αυτό σχήμα έδωσε αρκετές συναυλίες σε όλη την Κύπρο.

Και σε άλλους τομείς πρωτοστάτησε. Ήταν ιδρυτικό μέλος  και μέλος του Συμβουλίου του Πεζοπορικού (1937), με την πρώτη ομάδα του οποίου έπαιξε ποδόσφαιρο καθώς και του Ελληνικού Αθλητικού Ομίλου Χάιφας «ΕΡΜΗΣ», στην Παλαιστίνη ( 1939-40). Έπαιζε και διακρίθηκε στο τένις και  στην ιστιοπλοία. Υπήρξε επίσης ιδρυτικό μέλος και Πρόεδρος του Ροταριανού Ομίλου Λάρνακας, του 23ου Συστήματος Ναυτοπροσκόπων  και του Ναυτικού Ομίλου Λάρνακας.

Σημαντική ήταν και η συμμετοχή του με κείμενα στο ετήσιο περιοδικό «Λάρνακα», που εξέδιδε ο Δήμος της πόλης από το 1979 με θέματα από την ιστορία και την καθημερινή ζωή των ανθρώπων.  «Ένας νοερός περίπατος στο παραλιακό μέτωπο της παλιάς Λάρνακας», «Το Ευρωπαικό έτος Τουρισμού και η Λάρνακα», «Ο Ευρυβιάδης Αντωνιάδης και το Ευρυβιάδειο Παρθεναγωγείο», «Η βιομηχανική και η εμπορική δραστηριότητα στην παλιά Λάρνακα», «Οι ωραίοι κι’ αξέχαστοι χοροί  της παλιάς Λάρνακας», «Τι προκάλεσε την παρακμή της παλιάς Λάρνακας», «Οι φοινικούδες-Ποιός τις φύτεψε και πότε», «Οι πρώτοι Λευκάδιοι Φιλικοί», «Η Φρόσω Σούντια», «Ο ρόλος της τοπικής αυτοδιοίκησης στην τουριστική ανάπτυξη», «Εύθυμες ιστορίες της παλιάς Λάρνακας». Ένα ψηφιδωτό θεμάτων που καλύπτει ποικίλες πτυχές της ιστορίας και της ζωής των ανθρώπων της πόλης του Ζήνωνα, από έναν άνθρωπο παθιασμένο για την πόλη του. 

Η  καθημερινή του τριβή με θέματα της Λάρνακας και η συναναστροφή του με ανθρώπους διαφόρων κοινωνικών τάξεων του έδωσε την ευκαιρία να γνωρίζει πολύ καλά τόσο τη Λάρνακα και τα προβλήματά της όσο και τις δυνατότητες των ανθρώπων της. Η λειτουργία του ξενοδοχείου «Τέσσερα Φανάρια» , όπου λάμβαναν χώρα οι περισσότερες κοινωνικές εκδηλώσεις, τον καθιστούσε πόλο συσσώρευσης εμπειριών και γνώσης.

Όλες αυτές οι συνιστώσες οδήγησαν στη συγγραφή τεσσάρων  βιβλίων, όπου καταγράφονται και αναλύονται διάφορες πτυχές της ζωής στη Λάρνακα.  Τα βιβλία αυτά είναι σημεία αναφοράς για όποιον θέλει να μελετήσει την ιστορία της πόλης του Ζήνωνα. Είναι το  « Όσα φέρνει η μνήμη»,  «Η Λάρνακα και ο κόσμος της», «Λάρνακα πολυαγαπημένη» και «Η Πόλη μου, η Πόλη μου η Λάρνακα». Από τους τίτλους και μόνο φαίνεται καθαρά το πάθος  και η πίστη που είχε ο Ανδρέας Ευρυβιάδης για τη Λάρνακα. 

Στο βιβλίο «Η Λάρνακα και ο κόσμος της», περιλαμβάνεται και το κείμενο με  τον τίτλο 

Δεν είναι της παρούσης να αναλύσω το περιεχόμενο των βιβλίων αυτών, ούτε είναι και πιστεύω μου ότι μπορώ να διεισδύσω στον ψυχισμό του συγγραφέα για να βγάλω συμπεράσματα. Αυτό που ξέρω είναι ότι, διαβάζοντας κάποιος τα βιβλία αυτά, καταλαβαίνει ότι η αγάπη που είχε ο Ανδρέας Ευρυβιάδης για την πόλη του ήταν συνεχής και έντονη. Η αφήγηση τόσων περιστατικών και η περιγραφή χαρακτήρων γίνονται με γλαφυρότητα και ο αναγνώστης κατανοεί χωρίς δυσκολίες τις ιστορίες που αναφέρει. Η θύμηση συνδέεται με πολιτικά, εθνικά γεγονότα και κοινωνικά περιστατικά και ενισχύει την αγάπη που ο κάθε πολίτης πρέπει να έχει για την  πόλη του.

 

Ο Ανδρέας Ευρυβιάδης ήταν άνθρωπος που συζητούσε έντονα τα θέματα που παρουσιάζονταν. Είχε πάντα μια διεκδιτική συμπεριφορά για θέματα που αφορούσαν την πρόοδο της πόλης. Άκουγε τους πάντες και μάζευε τις πληροφορίες που ήθελε για να μελετήσει ένα θέμα. Ήταν απλοικός, εργατικός, αφοσιωμένος και έντιμος. Όταν ανελάμβανε κάτι το διεκπεραίωνε με ευλάβεια και ακρίβεια. Ήταν πολύ καλός μάγειρας, δεν έπαιζε χαρτια, δεν έπινε αλκοόλ και δεν κάπνιζε τσιγάρο. Μετά την αφυπηρέτησή του απασχολήθηκε με τη λεπτουργική και τη ξυλουργική, κατασκευάζοντας μοντέλλα πλοίων και αυτοκινήτων.

Στις εκδηλώσεις του Δήμου Λάρνακας ήταν πάντα παρών και τιμούσε αυτούς που ενίσχυαν την εικόνα της πόλης. Οι γνώσεις του ήταν πάντα στη διάθεση αυτών που την χρειάζονταν. Αγωνιούσε για τη συνέχεια στην πολιτιστική ζωή του τόπου . Σα Δημοτικός Σύμβουλος ασχολείτο καθημερινά με τα καθήκοντά του κανονικό ωράριο. Τελούσε τους  πολιτικούς γάμους και δούλευε σαν κανονικός υπάλληλος....του Δημαρχείου.

Πολλοί είναι οι αγώνες που έκανε για ενίσχυση της καθόδου επισκεπτών στη Λάρνακα. Πολέμησε μαζί με άλλους ( μετά το ’75) για να επιτρέπονται οι ναυλωμένες πτήσεις στην Κύπρο.  Ήταν πρωταγωνιστής της προσπάθειας για να τιμηθούν τουρίστες πολλαπλών επισκέψεων στη Λάρνακα.  

Για την προσφορά του τιμήθηκε από το Δημοκρατικό Συναγερμό, από το Ε.Β.Ε.Λ.  για τα σαραντάχρονά του,  το 1984 από τον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού, αρκετές φορές  από τον Παγκύπριο Σύνδεσμο Ξενοδόχων, από το 23ο Σύστημα Ναυτοπροσκόπων και  από το Ρόταρυ.

Είναι, λοιπόν,  αρκετός ο χρόνος που  χαρίζεται από το Θεό στον κάθε άνθρωπο για να δώσει το δικό του στίγμα στο χώρο που τον φιλοξενεί;  Αναγνωρίζεται ο μόχθος και οι θυσίες του καθενός μας; Έχει τέλος αυτό το βάσανο της αγωνίας για ένα καλύτερο αύριο;

Στην περίπτωση του Ανδρέα Ευρυβιάδη, οι απαντήσεις έρχονται από μόνες τους. Ναί, αξίζει τον κόπο η προσφορά στην πόλη και στην πατρίδα. Ναι, αξίζει να αγωνίζεται ο καθένας μας για μια καλύτερη, δημιουργική  και ουσιαστική ζωή. Ναι, οι ενεργοί πολίτες είναι η ψυχή μιας πόλης. Ο αέρας, τα χρώματα, οι μνήμες παίρνουν τη δική τους θέση στην ιστορία, όταν ο πολίτης προσφέρει την ψυχή του.

Όλοι θυμόμαστε τον Ανδρέα Ευρυβιάδη και άλλους σημαντικούς δημιουργούς, όταν θέλουμε να μάθουμε κάτι περισσότερο για την ιστορία της πόλης του Ζήνωνα. Κι αυτό είναι η μεγαλύτερη τιμή, που δε χρειάζεται βραβεύσεις. Το παράσημο της αγαπημένης μνήμης  λάμπει πάντα στο πέτο όσων αγάπησαν βαθειά την πόλη τους.

 

Λούης Περεντός. 

25 Απριλίου 2014.

(Απόσπασμα από ομιλία)